Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Ο των Ελλήνων Μέγας Αλέξανδρος και η Κύπρος



Η κατάλυση του Περσικού κράτους από τον Μέγα Αλέξανδρο σήμαινε τη αυτόματη απαλλαγή της Κύπρου από τον περσικό ζυγό, ύστερα από δύο και πλέον αιώνες. Όμως, αρχικά τα κυπριακά βασίλεια είχαν συνεργαστεί με τις περσικές δυνάμεις που προσπαθούσαν να ανακόψουν την προέλαση του Μ. Αλεξάνδρου στην Μικρά Ασία. Η στρατιωτική συνδρομή των Κυπρίων στις δυνάμεις των Περσών ήταν βέβαια υποχρέωση τους, που καθοριζόταν από τους όρους υποταγής των βασιλείων της Κύπρου στο μεγάλο βασιλιά των Περσών. Αυτό το αναγνώρισε, φαίνεται, κι ο ίδιος ο Αλέξανδρος, ότι δηλαδή οι Κύπριοι έιχαν αρχικά βοηθήσει τους Πέρσες να τον πολεμήσουν, όχι επειδή το ήθελαν αλλά επειδή ήταν υποχρεωμένοι να το κάνουν. Γι’αυτό και δεν κατέλυσε τα κυπριακά βασίλεια αλλά, αντίθετα, επέτρεψε στους βασιλιάδες του νησιού να διατηρήσουν τους θρόνους. Αλλά ας δούμε τα γεγονότα με τη χρονολογική τους σειρά, και πως αυτά προκύπτουν από τς σχετικές αναφορές στις αρχαίες φιλολογικές πηγές.
  
Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η στρατιωτική ενίσχυση των Περσών από τους Κυπρίους ήταν βασικά στη θάλασσα, δηλαδή με συμμετοχή του κυπριακού ναυτικού στο περσικό ναυτικό, υπό τη γενική αρχηγία Πέρση ναυάρχου, του Αυτοφραδάτη. Των μονάδων του κυπριακού ναυτικού, που ήταν ενταγμένο στον περσικό στόλο, ηγούντο οι ίδιοι οι βασιλιάδες των Κυπρίων (βλ. Αριανός, Ανάβασις Αλεξάνδρου).
Θα πρέπει να υποθέσουμε πως τα περισσότερα κυπριακά καράβια ανήκαν στα ισχυρότερα βασίλεια του νησιού: στη Σαλαμίνα, της οποίας βασιλιάς ήταν αυτή την εποχή ο Πνυταγόρας, στο Κίτιον, του οποίου βασιλιάς ήταν ο Πουμιάθων, στην Πάφο ίσως, της οποίας βασιλιάς ήταν ο Τίμαρχος. Καράβια θα ανήκαν και στην Αμαθούντα, της οποίας βασιλιάς ήταν ο Ανδροκλής, και στους Σόλους, των οποίων βασιλιάς ήταν ο Πασικράτης (εάν αυτή την εποχή κι όχι ένα ή δυο χρόνια αργότερα είχε διαδεχθεί τον Στασικράτων β’). Ίσως ακόμη συμμετείχαν καράβια και από τη Λάπηθο, της οποίας βασιλιάς ήταν, είτε ο Φοίνικας Μπερεκσιεμές, είτε ο Έλληνας Πράξιππος Β’, καθώς και καράβια από τονΜάριον, όπου κάτοχος του θρόνου ήταν είτε ο Τιμοχάρις Β’ είτε ο Στασίοικος β’.

Ο Αλέξανδρος, αφού πέρασε από τη Θράκη στη Μικρά Ασία, έδωσε τον Μάιο ή τον Ιούνιο του 334 π,Χ, την πρώτη σημαντική νάχη στο μικρό ποταμό Γρανικό (που χύνεται στην Προποντίδα) όπου και συνέτριψε τη στρατιά των Περσών (στην οποία συμμετείχαν και Έλληνες μισθοφόροι). Κινούμενος, στη συνέχεια, με ταχύτητα προς νότον, κατέλαβε την Ελληνοσποντιακή Φρυγία, τη Μυδία, τη Λυδία, την Καρία, απελευθερώνοντας ταυτόχρονα τις διάφορες και σημαντικές ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας. Εκστράφη αμέσως μετά προς τα ανατολικά, κατέλαβε τη Λυκία, την Παμφυλία και την Πισιδία, κινήθηκε ύστερα προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, κατέλαβε ολόκληρη τη Φρυγία, έφθασε στο Γόρδιον (περιοχή της Άγκυρας, σημερινής πρωτεύουσας της Τουρκίας, όπου και έλυσε με το γνωστό τρόπο τον περιβόητο δεσμόν) και βάδισε ύστερα νοτιοανατολικά, διασχίζοντας την Καππαδοκία, περνώντας από τα βουνά του Ταύρου και φθάνοντας στην Κιλικία και τελικά στην Ισσό (στον Ισσικό κόλπο, απέναντι από την Κύπρο, και πιο συγκεκριμένα ακριβώς απέναντι απο το ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα). Ολοκλήρωσε, έτσι, την κατάκτηση της Μικράς Ασίας κι ήταν πλέον έτοιμος να ξεχυθεί προς τη Συρία, τη Φοινίκη, την Κύπρο και την Αίγυπτο.

Στην Κύπρο, η παρουσία του Αλεξάνδρου έγινε ιδιαίτερα αισθητή όταν ο Μακεδόνας στρατηλάτης έφθασε στην Κιλικία όπου και κατέλαβε, χωρίς ουσιαστική αντίσταση, τις εκεί πόλεις (Ταρσός, Σόλοι, Μαγαρσός, Μαλλός). Ως τώρα δεν υπήρξε ναυτική δραστηριότητα του Αλεξάνδρου και συνεπώς ούτε και συμμετοχή των Κυπρίων σε επιχειρήσεις του ναυτικού τους. Τα καράβια που ήσαν ενταγμένα στις περσικές δυνάμεις είχαν, προφανώς, περιοριστεί στην παροχή βοήθειας και στον εφοδιασμό των δυνάμεων ξηράς του βασιλιά των Περσών Δαρείου, που ο ίδιος προσωπικά ηγήθηκε του στρατού του στην καθοριστική μάχη της Ισσού (Νοέβριος του 333 π.Χ).

Στην μάχη της Ισσού ο Δαρείος ηττήθηκε κατά κράτος από τον Αλέξανδρο κι ετράπη σε άτακτη φυγή. Μαζί με το στρατό του Δαρείου είχε πολεμήσει κατά των Ελλήνων και ένας Μακεδόνας, εξόριστος από εκεί, ο Αμύντας ο Αντιόχου, επί κεφαλής σώματος Ελλήνων μισθοφόρων. Είχαν επίσης πολεμήσει και άλλοι Έλληνες αρχηγοί μισθοφορικών σωμάτων, όπως ο Θυμώνδας ο Μέντορος, ο Αριστομίδης ο Φεραίος και ο Βιάνωρ ο Ακαρνάν. Μέτα τη μάχη της Ισσού και τη νίκη του Αλεξάνδρου, οι Έλληνες μισθοφόροι κατόρθωσαν να διαφύγουν μαζί με πολλούς από τους στρατιώτες τους, προς την Τρίπολη της Φοινίκης. Ο Αρριανός γράφει πως ήσαν συνολικά 8.000 άνδρες, αριθμός όμως που φαίνεται υπερβολικός. Εκεί στην Τρίπολη διασπάστηκαν και ο Αμύντας ο Αντιόχου μαζί με τον Αριστομίδη και με 4.000 άνδρες υπό τις διαταγές τους, επίταξαν καράβια που ανήκαν στο περσικό ναυτικό και έπλευσαν μ’ αυτά στην Κύπρο. Δεν είναι σαφές εάν ήσαν κυπριακά τα καράβια με τα οποία ο Αμύντας και το μισθοφορικό του στράτευμα επέπλευαν στην Κύπρο. Ωστόσο ο Διόδωρος Σικελιώτης λέγει ότι οι Κύπριοι ενίσχυσαν τον Αμύντα με οπλισμό, καράβια, ακόμη και στρατιώτες, πρκειμένου να φύγει από το νησί.

Είναι φανερό ότι αυτή ακριβώς τη στιγμή οι Κύπριοι βασιλιάδες βρίσκονταν στο σημείο εκείνο που έπρεπε να πάρουν πολύ σημαντικές αποφάσεις. Γιατί μετά την νίκη του Αλεξάνδρου στην Ισσό και την άτακτη φυγή του Δαρείου, τον οποίο είχαν ενισχύσει στρατιωτικά, τα πράγματα είχαν διαφοροποιηθεί ριζικά. Η παρουσία, λοιπόν, του Αμύντα και άλλων φυγάδων στην Κύπρο, μάλιστα επί κεφαλής στρατιωτικού σώματος που είχε πολεμήσει κατά του Αλεξάνδρου στην Κιλικία και στην Ισσό, αποτελούσε ένα επί πλέον σοβαρό πρόβλημα. Ο Αμύντας, θέλοντας ίσως να αποδείξει τη δική του αξία και να προλάβει τον Αλέξανδρο, συνέλαβε στην Κύπρο το παράτολμο σχέδιο να καταλάβει ο ίδιος την Αίγυπτο! Οι Κύπροι πιθανότατα υποδαύλισαν τη φιλοδοξία του αυτή, προκείμενου να τον δουν να φεύγει μια ώρα ενωρίτερα  από το νησί. Έτσι ενίσχυσαν το στρατό του και του έδωσαν καράβια με τα οποία πέρασε από την Κύπρο στην Αίγυπτο. Παρεμπιπτόντως, σημειώνουμε ότι στην Αίγυπτο ο Αμύντας κατέλαβε το Πηλούσιον, έφθασε στη Μέμφιδα όπου νίκησε τους Πέρσες σε μάχη και πολιόρκησε τη σημαντική αυτή αιγυπτιακή πόλη. Ενώ οι μισθοφόροι του Αμύντα λεηλατούσαν την ύπαιθρο, οι υπερασπιστές της Μύμφιδος διενήργησαν αιφνιδιαστική έξοδο, σκότωσαν των Αμύντα και κατέσφαξαν και διέλυσαν το στράτευμά του.

Ο Διόδωρος Σιλκελιώτης αναφέρει ότι στην Κύπρο ο Αμύντας είχε πάρει στρατιώτες και καράβια (...και προσλαβόμενος στρατιώτας καί ναύς, διέπλευσεν εις τό Πηλούσιον...). Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτοί οι στρατιώτες ήσαν Κύπριοι κι όχι ξένοι που στάθμευαν στο νησί. Ήσαν, όμως, μισθοφόροι που αποφάσισαν να ακολουθήσουν τον Αμύντα στην Αίγυπτο, ή ήσαν δυνάμεις κάποιων βασιλείων της Κύπρου που είχαν παραχωρηθεί στον Αμύντα; Άγνωστο. Ό,τι και να ήσαν, όμως, χάθηκαν μπροστά στα τείχη της Μέμφιδος.

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την κατάσταση στην ίδια την Κύπρο αυτήν την εποχή. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι η περσική φρουρά που στάθμευε στο νησί θα είχε φυσικά, μετά τη συντριπτική νίκη του Αλεξάνδρου, δεν ξαναγύρισε σην Κύπρο. Έτσι, ουσιαστικά αυτήν την ώρα η Κύπρος είχε απελευθερωθεί από τον περσικό ζυγό και οι βασιλιάδες της θα έπρεπε να αποφασίσουν τώρα ποια πορεία θα ακολουθούσαν. Αλλά η Κύπρος απασχολούσε ήδη και τον ίδιο τον Αλέξανδρο. Μετά τη νίκη στην Ισσό ανοιγόνταν πλέον για το στρατό του η οδός προς τη Φοινίκη. Ο Αλέξανδρος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη στάση που θα ακολουθούσε έναντί του η Τύρος, πόλη που όχι μόνο εθεωρείτο άριστα οχυρωμένη και απόρθητη, αλλά και που ήταν η πιο σημαντική ναυτική βάση των Περσών. Όταν, λοιπόν, ο Αλέξανδρος ζήτησε από τους Τυρίους να ταχθούν με το μέρος του και να αναγνωρίσουν τη δική του επικυριαρχία, οι Τύριοι του απάντησαν πως δε δέχονται κάτι τέτοιο γιατί είχαν αποφασίσει σ’ αυτήν τη μεγάλη σύγκρουση Ελλήνων και Περσών να παραμείνουν ουδέτεροι. Ο Αλέξανδρος, αφού έδιωξε με οργή τους πρέσβεις των Τυρίων, συγκέντρωσε τους εταίρους του και τους διοικητές των στρατιωτικών του μονάδων, προς τους οποίους εξέθεσε την κατάσταση και ανέπτυξε τα άμεσα σχέδια του. Ο Αρριανός, παραθέτει την ομιλία του Μακεδόνα στρατηλάτη προς τους ανώτερους αξιωματικούς του, στην οποία ο Αλέξανδρος έκανε αναφορά και στην Κύπρο, που δεν ήταν δυνατό να αγνοηθεί.

Κατά τον Αρριανό, ο Αλέξανδρος είχε θέσει ως επόμενο στόχο του την Αίγυπτο, που βρισκόταν υπό την περσική κυριαρχία. Η καταδίωξη του Δαρείου, είπε, θα έπρεπε να συνεχιστεί αφού πρώτα καταλαμβάνονταν η Αίγυπτος και η Κύπρος. Η πορεία του στρατεύματος προς την Αίγυπτο δε θα ήταν όμως ασφαλισμένη εάν αφηνόταν πίσω η Τύρος, που η ουδετερότητά της εκρίνετο ως αμφίβολη, κι εφόσον οι Πέρσες παρέμεναν ισχυροί στη θάλασσα. Φοβόταν ο  Αλέξανδρος πως, εάν παρέμεναν ανενόχλητες η Τύρος, η Αίγυπτος και η Κύπρος, όταν ο στρατός του βάδιζε στη Βαβυλώνα, θα ήταν δυνατό οι Πέρσες να ανα καταλάβουν πολλά παραθαλάσσια μέρη και να μεταφέρουν μάλιστα τον πόλεμο στην ίδια την Ελλάδα. Συνεπώς ο Αλέξανδρος θεώρησε πως το πρώτο από τα επόμενα βήματα ήταν να καταληφθεί η Τύρος. Εάν η Τύρος εξουδετερωνόταν, τότε ολόκληρη η Φοινίκη θα υπέκυπτε εύκολα και το ισχυρό φοινικικό ναυτικό (που ήταν, κατά τον Αλέξανδρο, το καλύτερο που διέθεταν οι Πέρσες) θα τασσόταν με το μέρος των Ελληνών.
Διότι, εξήγησε, δε θα ήταν δυνατό οι ναύτες των Φοινίκων να εξακολουθούν να κινδυνεύουν πολεμώντας υπέρ των Περσών, όταν τις πόλεις τους τις κρατούσαν οι Έλληνες. Όταν θα έπεφτε η Τύρος και κατ’ ακολουθίαν κα ολόκληρη η Φοινίκη, πρόσθεσε ο Αλέξανδρος, τότε και η Κύπρος είτε θα προσχωρούσε αμέσως και θα τασσόταν στο πλευρό των Έλληνων, είτε θα καταλαμβανόταν εύκολα. Την κατάληψη της Κύπρου ο Αλέξανδρος θεωρούσε όχι δύσκολη, εάν εξαπολυόταν ναυτική επίθεση κατά του νησιού. Και συνέχισε λέγοντας πως τα ελληνικά και τα φοινικικά καράβια πλέον, κι αφού και η Κύπρος τασσόταν με το μέρος των Ελλήνων με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα διασφαλιζόταν η απόλυτη υπεροχή στη θάλασσα. Και έτσι η πορεία προς την Αίγυπτο και, τελικά, στα βάθη της Ασίας, θα γινόταν απερίσπαστα και χωρίς την έγνοια για τυχόν προβλήματα στα μέρη που θα άφηνε πίσω του το εκστρατευτικό σώμα.